ευφαρέτρης

εὐφαρέτρης, και δωρ. τ. εὐφαρέτρας, ο (Α)
(για τον Απόλλωνα) αυτός που έχει ωραία φαρέτρα, ωραία θήκη για βέλη («τὸν εὐφαρέτραν Ἀπόλλω προστάταν», Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + φαρέτρα].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐφαρέτρα — εὐφαρέτρᾱ , εὐφαρέτρης with beautiful quiver masc nom/voc/acc dual (doric) εὐφαρέτρης with beautiful quiver masc voc sg (doric) εὐφαρέτρᾱ , εὐφαρέτρης with beautiful quiver masc voc sg (attic doric) εὐφαρέτρᾱ , εὐφαρέτρης with beautiful quiver …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφαρέτραν — εὐφαρέτρᾱν , εὐφαρέτρης with beautiful quiver masc acc sg (attic epic doric aeolic) εὐφαρέτρης with beautiful quiver masc acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφαρέτρας — εὐφαρέτρᾱς , εὐφαρέτρης with beautiful quiver masc acc pl (doric) εὐφαρέτρᾱς , εὐφαρέτρης with beautiful quiver masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.